βάκηλος

βάκηλος, ο (Α)
1. ευνούχος στην υπηρεσία της θεάς Κυβέλης
2. θηλυπρεπής
3. βλάκας.
[ΕΤΥΜΟΛ. Λέξη ανατολικής προελεύσεως, που υποστηρίχθηκε ότι προήλθε με μετάθεση από τις λέξεις κάβηλος και κάληβος, που έχουν την ίδια σημασία στον Ησύχιο, ενώ άλλοι τη συνδέουν με το λυδ. Bakillis «ιερέας του Βάκχου» (Bakis «Βάκχος»)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • βάκηλος — eunuch in the service of Cybele masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακήλων — βάκηλος eunuch in the service of Cybele masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακήλως — βάκηλος eunuch in the service of Cybele masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάκηλοι — βάκηλος eunuch in the service of Cybele masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάκηλον — βάκηλος eunuch in the service of Cybele masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • BACELUS — vir quidam effeminatus, totusque luxuriae deditus. Unde Proverb. Bacelo similis. Hesych. Βάκηλος, ὁ μέγας καὶ ἀνόητος, ἠ ` ὁ ἀπόκοπος, ὁ ὑπ᾿ ἐνίων Γάλλος. Ο᾿ι δὲ ἀνδρόγυνος, ἄλλοι παρειμένος, γυναςκώδης παρὰ Μενάνδρῳ Υμνιδι. Nic. Lloydius …   Hofmann J. Lexicon universale

  • τριβάκηλος — ὁ, Α (ως τίτλος κωμωδίας τού Ναιθίου) ο τρεις φορές θηλυπρεπής. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρι * + βάκηλος «θηλυπρεπής, ευνούχος»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.